διεξαγωγή


διεξαγωγή
[днэксагоги] ουσ. Θ. ведение, проведение,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "διεξαγωγή" в других словарях:

  • διεξαγωγῇ — διεξαγωγή settlement fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεξαγωγή — settlement fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεξαγωγή — η (AM διεξαγωγή) [διεξάγω] 1. εκτέλεση, διενέργεια, διευθέτηση 2. (νομ.) εκδίκαση μιας υποθέσεως 3. ανάκριση, έρευνα αρχ. 1. διάταξη φιλολογικής εργασίας 2. διοίκηση τού σύμπαντος από τον θεό 3. φρ. α) «διεξαγωγὴ τοῡ βίου» ή απλώς διεξαγωγή… …   Dictionary of Greek

  • διεξαγωγαῖς — διεξαγωγή settlement fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεξαγωγῆς — διεξαγωγή settlement fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεξαγωγήν — διεξαγωγή settlement fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ελλάδα - Αθλητισμός — Ο ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ Καταγωγή του αθλητισμού και των αγώνων Οι θεωρίες που έχουν διατυπωθεί για την καταγωγή του αθλητισμού και των αγώνων είναι πολλές. Πολλά από τα αθλήματα, όπως το τρέξιμο, το ακόντιο και η… …   Dictionary of Greek

  • δίκη — Με τον όρο δ. υποδηλώνεται το σύνολο των πράξεων οι οποίες αποτελούν την ιδιαίτερη εκείνη νομική σχέση που ονομάζεται δικονομική σχέση και αναπτύσσεται μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών και των δικαστικών οργάνων του κράτους προς τον σκοπό της… …   Dictionary of Greek

  • Ρωσία — H Pωσική Oμοσπονδία αποτελεί το μεγαλύτερο σε έκταση κράτος της γης. Tα σύνορά της ξεκινούν από την Eυρώπη, καλύπτουν όλη την Aσία και φτάνουν στην Άπω Aνατολή. Bόρεια και ανατολικά βρέχεται από τον Aρκτικό και τον Eιρηνικό Ωκεανό και στα δυτικά… …   Dictionary of Greek

  • επανάληψη — η (AM ἐπανάληψις) [επαναλαμβάνω] 1. η διεξαγωγή μιας πράξεως για μια ακόμη φορά ή συνεχώς («η επανάληψη των συνομιλιών») 2. ρητορικό σχήμα, κατά το οποίο επαναλαμβάνεται η ίδια λέξη ή φράση για έμφαση νεοελλ. 1. συνεχόμενη χρήση («επανάληψη… …   Dictionary of Greek